Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

κακοφωνίξ

θα ξέρεις ως τώρα το δέος που μου προκαλεί ο ουρανός
και τα χρώματά του στις διάφορες φάσεις της μέρας και της νύχτας, ιδιαίτερα τα ασυνήθιστα 
-ροζνυχτερινόσύννεφο-
-ξαστεριάστημέσητηςπόλης-
-ηλιοβασίλεμααπότονέβδομο-

θα ξέρεις επίσης και ότι με τρομάζουν οι αστραπές και όλα αυτά που κάνουν τον ουρανό να βγαίνει από την πεπατημένη του, αυτή που μας κάνει έστω και στο ελάχιστο ρομαντικούς

ξέρεις

οι αστραπές που κάνουν τη νύχτα μέρα
τα πεφταστέρια σαν προβολείς
το χαλάζι

είναι το βήμα μακριά από το ότι όλα θα πάνε καλά

μην ανησυχείς, δε φοβάμαι ότι θα πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μου
με διώξαν από το γαλατικό χωριό

τις προάλλες λοιπόν είδα σε όνειρο ότι, ξημερώνοντας, ο ουρανός για λίγο σκοτείνιασε τελείως

όλα
πίσσα
για δυο τρεις στιγμές

και ακουγόταν παντού ένας περίεργος βόμβος
δεν ήξερες τι παίζει να συμβεί, γιατί δεν έβλεπες τίποτα
δεν ήταν σεισμός
ούτε πόλεμος, όχι
απλά
από τη μια στιγμή στην άλλη, όλα σκοτείνιασαν

πίστεψέ με, μέσα στον ύπνο μου σκέφτηκα -αποκάλυψη-

και όλα αυτά τα βλέπαμε μέσα από μια τεράστια τζαμαρία
τίποτα κρυφό δηλαδή

ο φόβος σου φόρα παρτίδα
πιάτο
διπλή μερίδα

δεν είχα και το μπράντυ κοντά μου να πιω δυο κοφτές γουλιές να ηρεμήσω

είχα μόνο ένα χαλασμένο πικάπ και ένα εισιτήριο τρένου χωρίς επιστροφή

αψυχολόγητα καθώς είναι τα όνειρα,
μόλις -για κανένα λόγο φυσικά- όλα αποκαταστάθηκαν στην κανονική διαδικασία ξημερώματος

χωρίς τίποτα να έχει αλλάξει στον κόσμο
σαν να μην είχε ξυπνήσει κανείς για να δει το στιγμιαίο αυτό σκοτάδι

αψυχολόγητα λοιπόν, ο υποσυνείδητος εαυτός μου αποφάσισε να κάνει κάτι ίσα ίσα για να ξεπεράσει το (μάλλον) σοκ.

τι έκανε λοιπόν?

σηκώθηκε και πήγε να πλύνει τα πιάτα.
-- -- -- 

μάλλον ξύπνησα από το ξενέρωμα, 

είχε ήδη πάει αργά και ο ήλιος ήταν ακίνδυνα ψηλά,

οπότε σήκωσα τα παντζούρια,

παραμέρισα το χαλασμένο πικάπ και το μισοτελειωμένο μπράντυ, 
σου έκανα μια κλήση να σου πω τι είδα χθες βράδυ
-δεν απάντησες-

φόρεσα μια νοσταλγική διάθεση
μου ήταν λίγο μεγάλη πλέον,κοιτάχτηκα να δω αν μάζεψα
μόνο τρίχες γάτας είχα μαζέψει
τις τίναξα
και φόρεσα από πάνω μια ηλιόλουστη κατάθλιψη.

έτοιμη.




Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

για το θεό δηλαδή

συ είπας κύριε
και φυλακή τω στόματί μας

και θου κύριε
μη μας γαργαληθεί τίποτε άλλο

γιατί τότε
η ζωή μας θα είναι βαρετή εν τάφω

δε θα'χει και καμπανάκι από πάνω
να ξέρουμε αν είμαστε λυπημένοι ή χαρούμενοι

πω, στο διάολο
αμάρτησα πάλι η ακοινώνητη


[Μαρκήσιος Ντε Σαντ - Η φιλοσοφία του Μπουντουάρ]




Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

η πόλη του φωτός

ή αλλιώς, the athens blues.

με καθε εκδρομή δώρο κι ένας φακός
με κάθε επίσκεψη δώρο κιένα γλωσσοπίεστρο να δούμε αν η αλήθεια σου φτάνει ως μέσα βαθιά
αν ο οισοφάγος σου λέει ψέματα
αν κατάπιες κανένα μπαστούνι και καμιά κρεμάστρα και καλογερεύτηκες μικρός μικρός.

χτύπησε κάρτα άλλη μία φορά
και η πόρτα άνοιξε ως διά μαγείας
τα βήματά της τα ρούφηξε το χαλί - πνιχτά, μην ξυπνήσει κανενός την προσωπικότητα
και μπήκε στο δωμάτιο χωρίς ταυτότητα, πάτησε το κουμπί και ανάψανε μονομιάς τα φώτα
μα τι ευκολία, μα τι σύγχρονη κοινωνία, μα τι δυνατά που μιλάω

πήρε το ασανσέρ, που της κρατούσε συντροφιά τραγουδώντας
βγήκε έξω τρέχοντας 
κι άρχισε να ψάχνει ζωή
αχ, προσωρινοί σταθμοί τα ξενοδοχεία
όμορφη μα απρόσωπη η θέα τους

(μη σε ξεγελάει ο ειρωνικός μου τόνος, δεν είμαι από δω.)

σε επισκέφτηκα κι άλλες φορές, μικρή μου πόλη
και στην αρχή σου έπαιζα τη δύσκολη
ήθελα επίτηδες να σου βρω ελαττώματα για να μη χρειαστεί να έχω πολλά πολλά μαζί σου
αλλά όλο ξαναγυρνούσα
και όλο τα βήματά μου και ελάφραιναν στα τοξικά σου πεζοδρόμια
μου χαμογέλασες, πανάθεμά σε

δεν ξεπέρασα ακόμα το βόρειό μου πείσμα,
μου πήρες, βλέπεις, κόσμο και κόσμο,
και έρχομαι όλο και πιο συχνά για το λόγο αυτό,
μα όχι μόνο πλέον,
τώρα με τραβάς με περίεργο τρόπο,
σαν να έχουμε προηγούμενα που να μην τα θυμάμαι - σαν να έχουμε επόμενα, απαραίτητο να τα ζήσω.

Από την άλλη, ίσως και να φταίει η άνοιξη, έφτασε μαζί μου,  μόνο που αυτή θα μείνει, εγώ ξανάφυγα.

Ίσως αυτή να φταίει που αυτή τη φορά έχανα τον προσανατολισμό μου τελείως, είναι γελοίο να σου πω πόσες φορές χάθηκα, σε γειτονιές που δεν είμαι αρχάρια (ή έτσι νόμιζα).

Ήρθε η άνοιξη στην πόλη σου και δεν είσαι εκεί, διάολε, οι πασχαλιές σου άνθισαν, ακούς?

Ήρθε η άνοιξη σε αυτή την πόλη και βγήκαν οι άνθρωποι έξω σαν τα σαλιγκάρια,μα πόσοι πολλοί, μα τους ξέρω κι εγώ, για δες, κι εσύ εδώ?

Τι να σου πω άλλο, μικρή μου πόλη..
Δεν τελειώσαμε ακόμα.



Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

glitter


νομίζω ότι ξεφτίζω
ναι, σιγά σιγά αρχίζω να ξηλώνομαι
αφήνω κλωστές μου εδώ κι εκεί
τις ξεχνάω σε καθίσματα, σε ξένα παπούτσια, σε ποτήρια καφέ μιας χρήσης
σε αγκαλιές που δεν ξέρω πώς βρέθηκα
σε πατώματα που δε μπορούν να με σηκώσουν και τρίζουν και ραγίζουν

νομίζω ότι ραγίζω
γέρνει η μια μου πλευρά και κολλάω με χανζαπλάστ το κρανίο μου στη μέση για να κρατήσω τις σκέψεις μου στη θέση τους και να τις παρηγορήσω λίγο

νομίζω ότι θολώνω
ή το βαρομετρικό γύρω μου είναι χαμηλό και έπεσε ομίχλη 

πρώτη φορά χωράω μέσα σε τόσο μεγάλο χέρι
με έπιασε και με στράγγιξε κανονικά
και τώρα με άφησε σαν κακοπλυμένο πιάτο


και χαρτογραφώ τη μέρα με σκόρπιες λέξεις
κλαίω
καφές
πρέπει
σήκω
καθάρισμα
λες?
οδοντόβουρτσα
σκόνη
ήλιος
εκκρεμότητα
πέντε
τσούξιμο
πόρτα
πλυντήριο
χέρι
χ
ερ
ι

και ένα μυαλό που επουλώνεται 
και επαναπρογραμματίζεται
συνηθίζει στο φως
φυσικό ή τεχνητό
και του αρέσουν πολύ οι σκόρπιες λέξεις.
του αρέσουν οι συνδυασμοί που προκαλούν αμηχανία
του αρέσει να σε σκέφτεται ακριβώς όταν δεν πρέπει

τη βρίσκει με το χάος
τη χάνει με την τάξη
την ξαναβρίσκει με την αταξία
και γλιτώνει στο τσακ την τιμωρία.

και όταν χάνεται γελάει διστακτικά
γιατί δεν έχει βγάλει τις αμυγδαλές ακόμα.



--






Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

ερασιτέχνης

είμαι όταν τα μάτια μου διαπερνάν εσένα και συναντιούνται πίσω σου, στο κενό.

τρέχω πίσω σου να πάρω πίσω τα μάτια μου 
κι εσύ τρέχεις κι ανεβαίνεις ψηλά σε μια καρέκλα
και τα μάτια μου πέφτουν, κάνουν γκελ στο πάτωμα και καρφώνονται στον καθρέφτη

τα σηκώνω και με βλέπω
είμαι, για δες, υπό κατασκευή
και έχω πάνω μου πινακίδες :                                                                        'εκτελούνται έργα'

 'μην αγγίζετε' ΄
εύθραυστο'


δεν μπορώ να συνεχίσω
ό,τι και να πω μου φαίνεται ερασιτεχνικό

δε μπορώ να περπατήσω
δε μου αρέσουν τα πόδια μου πια

όχι
μην πλησιάζεις
θα σε κολλήσω
μην αγγίζεις

το μυαλό μου σε φοβάται 
το σώμα μου ζεσταίνεται όταν πλησιάζεις

σήκωσα το φρούριο και περιμένω τον πόλεμο που δε θα γίνει ποτέ
τα στρατεύματα κάνανε ανακωχή και με ξέχασαν πάνοπλη στις επάλξεις

ξέχασαν να μου πουν ότι δώσανε τα χέρια
πήραν ο ένας τα χέρια του αλλουνού
και ξέχασαν τον πόλεμο
άρχισαν να ασχολούνται με το πώς να πιάνουν και να φέρονται με ξένα χέρια

και έμεινα εκεί, στις επάλξεις
με τα μάτια μου καρφωμένα στον καθρέφτη
και τα χέρια μου κολλημένα στη θέση τους.
 
με δυο πόδια που ευτυχώς που δε μπορώ να τα δω
και μια γκριμάτσα επαγγελματισμού.

έμεινα εκεί, στις επάλξεις
να φυλάω σκοπιά σε ένα στρατόπεδο γεμάτο καθρέφτες
για να μας βλέπουμε, να μην ξεχαστούμε,

για να μη μας ξεχάσουμε,
για να είμαστε πάντα εκεί,
από μέσα,
και οι άλλοι απ'έξω,
εμείς,
κι αυτοί.
εμείς μέσα
κι αυτοί έξω.

αυτοί με τα χέρια μας

κι εμείς με τα δικά τους.

αυτοί χωρίς καθρέφτες-κι ας τυφλωθούν. 
τέτοια παθαίνουν οι ερασιτέχνες.

--



Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

επίλογος - η τελευταία σελίδα, ή αλλιώς enough

Είσαι στο χαλάκι της εξώπορτάς μου, πατάς το καλωσήρθατε με τα λασπωμένα σου παπούτσια, και ξέρω ότι φεύγοντας σε λίγο θα αφήσεις πίσω σου λεκέ ανεξίτηλο.

Ήσουν πρωτόγονος αρκετά φέτος, είχες έναν παλιομοδίτικο σουγιά στην τσέπη και μου σμίλευες την καρδιά να μου την κάνεις δώρο χειροποίητο να σε θυμάμαι.

Ήσουν άπληστος αρκετά φέτος, και μου πήρες κομμάτια από το παζλ και τα ανέβασες ψηλά ψηλά να μην τα φτάνω, 
τα ανέβασες ψηλά ψηλά, να μην τα ξαναδώ. Και έμεινε το παζλ να χάσκει με μαύρα κενά εδώ κι εκεί, ένα στον ουρανό, ένα στο σύννεφο, ένα στη σοφίτα του σπιτιού.

Ήσουν κουρδισμένος αρκετά φέτος, και με κούρδιζες κι εμένα, καμιά φορά λίγο παραπάνω από όσο έπρεπε, και η ροδέλα μου γύριζε σαν τρελή, και τριγυρνούσα σαν σίφουνας χωρίς να βλέπω τη διαδρομή, και σταματούσα λαχανιασμένη και ξεκουρδισμένη μπροστά σε δυο μάτια που με κοιτούσαν σχεδόν με απορία για το πού πάω τρέχοντας, πού πάω και βιάζομαι έτσι.

Ήσουν γλυκός αρκετά φέτος, και με κοίταξες ξημερώνοντας σε ένα σπίτι με ξύλινα παντζούρια, και με φίλησες κάτω από το διάφανο ουρανό, και μου ανακάτεψες τα μαλλιά να μην έχω χωρίστρα, και ίσως οι λέξεις μου να ήταν λίγο ξεκούρδιστες, αλλά ήμουν εκεί και σε παρατηρούσα, και ποτέ άλλοτε τα σχήματά σου δεν έμοιαζαν πιο συναρπαστικά.

Ήσουν σοβαρός αρκετά φέτος, σου φέρθηκα κι εγώ με τη σοβαρότητα που σου άρμοζε, υπογράφοντας χαρτιά που πιστοποιούσαν ότι είμαι ενήλικας, και παίζοντας πειστικά το ρόλο μου σαν ενήλικας, και παρόλο που όλοι ξέρουν ότι είμαι ηθοποιός, στο τέλος δεν υποκλίθηκα.


Είμαι στην πόρτα και σε αποχαιρετώ, πατάω το κρύο πάτωμα με τις κατάλληλες στο πνεύμα των ημερών κάλτσες και ξέρω ότι φεύγοντας σε λίγο θα μου αφήσεις πολλά να σε θυμάμαι.

ομως 

Ήμουν αρκετά πρωτόγονη φέτος, είχα δυο αμήχανα χέρια και δυο μονίμως σμιγμένα φρύδια, και τα λόγια μου κόμπος και δύσκολο σταυρόλεξο.

Ήμουν αρκετά ανήσυχη φέτος, και τα μάτια μου κοκκινίζουν από την αυπνία και τη λέξη που δε θέλω να γράψω -κλάμα, τι φοβάσαι, όλοι κλαίνε-

Ήμουν αρκετά ειλικρινής φέτος, και αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο σε σένα που έρχεσαι τώρα, θα είσαι ελπίζω κι εσύ ειλικρινής μαζί μου, δεν έχουμε ξέρεις και πολύ χρόνο μαζί, πριν κλείσουμε χρόνο θα ξαναφύγεις.

Ήσουν και ήμουν και ήμασταν. 

Αλλά τώρα σε παρακαλώ, φύγε. Πρώτη φορά σου το ζητάω και είμαι ψύχραιμη.
Θέλω να σου ζητήσω μόλις φτάσεις και μπεις σπίτι να πεις στα παιδιά ότι τα σκέφτομαι και ότι επειδή χάσαμε τα κομμάτια από το παζλ δε σημαίνει ότι θα σταματήσουμε να παίζουμε.

Πες τους ότι ακόμα τους ακούμε και ους βλέπουμε και είμαστε εκεί που θα θέλανε να μας δούνε επειδή εμείς αυτό το δρόμο θέλαμε, κι ας ήταν καρτουνίστικα δύσβατος και κακοτράχαλος.
Πες τους ότι η διαδρομή ξεκίνησε και δεν είμαστε μόνοι, κι αν νομίζαμε ότι ήμασταν μόνοι, ήμασταν απλά ανήμποροι να κοιτάξουμε τριγύρω. 
Πες τους ότι δε χρειαζόμαστε το χρυσό φλουρί, τον τυχερό αριθμό, ή τα μαγικά φασόλια για να πιστέψουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο.

Ξέρεις πάντως τι είναι το πιο περίεργο?

Ότι πρώτη φορά η αλλαγή δεν είναι περίεργη.

Και δεν είναι κάτι που συνηθίζεται.

Με έκανες να μη φοβάμαι, σε ευχαριστώ.

Με έκανες να γελάω με τα αστεία μου, σε ευχαριστώ με ερωτηματικό.

Με έκανες να κλαίω χωρίς τύψεις.

Με έκανες να φύγω και να ξαναγυρίσω και να ξαναφύγω.

Με έκανες να μη θέλω να κατέβω από τη σκηνή.

Με έκανες να σε θέλω καταχρηστικά, εγωιστικά, αχόρταγα, με όλο μου το σώμα.

Με έκανες να πατάω γερά και ταυτόχρονα χωρίς βάρος.

και για όλα αυτά, σε ευχαριστώ. κι ας ήσουν πιο σαρκαστικός από ποτέ φέτος.



Δε μπορώ να σου φερθώ με κακό τρόπο, αρκεί που σου τραβάω την πρίζα και σου κλείνω την πόρτα. 
Έτσι κι αλλιώς, ούτε ο πρώτος είσαι, ούτε ο τελευταίος.




--






Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

love is for suckers


κοίτα να δεις
τα πράγματα δεν πάνε καλά
και ο χρόνος μας τελειώνει
δεν πρόλαβα να σου πω όλα όσα ήθελα
και όσα σου είπα ήταν κατά πάσα πιθανότητα υπεκφυγές από την πραγματικότητα

Στην αρχή την χρονιάς αυτής έβαλα στόχο να μη φοβάμαι τις σκέψεις μου,και να τις αφήνω να με επηρεάζουν αντί να τις αντιμετωπίζω σαν τρίτος, αντί να βάζω τον εαυτό μου μαζί με τους άλλους, σαν να μην υπάρχω πραγματικά.

Ομολογώ ότι λίγες φορές το κατάφερα.

Καμιά φορά αναρωτήθηκα αν είμαι στ' αλήθεια απλά χαμένη μέσα σε μια εγωκεντρική φαντασίωση, με τον κόσμο γύρω μου να βρίσκει την ευτυχία μέσα σε απλές εκφράσεις και ολίγον απερίσκεπτες πράξεις.
και προσπάθησα να τις κάνω αυτές τις λίγο απερίσκεπτες πράξεις
και να περιορίσω τις μεγάλες μου γκριμάτσες
να πυκνώσω τη δράση μου και να συμπυκνώσω αυτό που είμαι 
με αποτέλεσμα να κρατάω την αναπνοή μου για μήνες.


και μετά ήρθες εσύ

με πολλές μορφές

και κάθε πρωί είχε ήλιο

δεν είναι ότι χρειαζόμουν παρηγοριά, όχι

αλλά, γαμώτο, χρειαζόμουν να ακούω αυτό που λένε όλη την ώρα στις ταινίες, αυτή την -συγχώρεσέ με- απαραίτητη φράση



όλα
θα 
πάνε
καλά
όλα 
θα 
πάνε
.
.
.
καλά, αυτό το ξέρω.


Κάπως έτσι βρίσκομαι στην αναπόφευκτη συνειδητοποίηση ότι όλα φεύγουν, όλα και όλοι φεύγουν, από τα χέρια σου, από τη ζωή σου, από το σπίτι σου , από το κρεβάτι σου, από το δωμάτιό σου, από τα μάτια σου, από το δρόμο, χάνονται πίσω από το λεωφορείο που σε προσπερνάει, και προσπαθείς να απομνημονεύσεις το πίσω μέρος του κεφαλιού τους ή τα τελευταία γράμματα στο άδειο κουτάκι, ή τον κοινό πλέον κενό χώρο.

Καμιά φορά βλέπω στον ύπνο μου τη φανταστική συνέχεια των ιστοριών αυτών, ή τις αλλαγές που δε μπορώ πια να κάνω. Τα όνειρα αυτά είναι πολύχρωμα, και τα βλέπω όλα από μια περίεργη γωνία, από χαμηλά, σαν να είμαι σκύλος ή περίεργος καμεραμάν. 
Η εξήγησή μου σ'αυτό είναι ότι αυτά είναι τα σενάρια της ψυχής  λέξη «ψυχή» (από το ρήμα «ψύχω», δηλ. «φυσώ», «πνέω») κυριολεκτικά σημαίνει την «ψυχρή πνοή», δηλαδή την ύστατη ένδειξη της ζωής στο σώμα που γίνεται αισθητή από την αναπνοή).  
εννοώντας ότι η ψυχή μου βρίσκεται καθισμένη μέσα στο σώμα μου, εκεί ανάμεσα στην καρδιά και το στομάχι, ξαπλώνει στο διάφραγμα, και είναι υπεύθυνη για τη φωνή μου όταν είναι δυνατή και για τα όνειρά μου όταν είναι πολύχρωμα. 
Είναι αυτό το σημείο που πονάει και πάλλεται όταν φεύγεις, όταν σβήνουν τα φώτα, όταν τελειώνει το βιβλίο, όταν δε μπορώ να τραγουδήσω.
Την ψυχή  (soul O.E. sawol "spiritual and emotional part of a person, animate existence") πάντα τη φανταζόμουν σαν πυκνό ιστό αράχνης, σαν καπνό που μπορείς να τον πιάσεις, να ζει μέσα σου ενώνοντας τα όργανα με τις πολλές τις άκρες. 

Κάπως έτσι έφτασα ως εδώ.
Η ψυχή μου δεν αντέχει τις φετινές γιορτές, τουλάχιστον όχι ακόμα.
Άρχισα να φτύνω κομματάκια που μοιάζουν με μαλλί της γριάς
και αναρωτιέμαι γιατί έχω τόσες μέρες να τραγουδήσω.
Τα πρωινά σηκώνομαι και διπλώνομαι στα δύο
και συνεχίζει να έχει ήλιο
αλλά τα δάχτυλά μου παγώνουν.
Τον καφέ μου τον πίνω σκέτο
αλλά αυτή η συνεχής γεύση από μαλλί της γριάς
του δίνει μια αηδιαστική γλύκα.
Θα μπορούσα να μείνω όλη μέρα σπίτι,
αλλά τότε,
τι θα κάνω τις νύχτες?
Πού θα πάω?
Βλέπω αυτά τα όνειρα της φλούδας πραγματικότητας
και καμιά φορά εύχομαι να μην ξυπνήσω
τουλάχιστον πέντε λεπτά ακόμα,
λίγο ακόμα, 
λίγο ακόμα,
έχω λίγο χρόνο ακόμα
.
.
.
έχω λίγο χρόνο ακόμα?



--